Φυτό του μήνα

Μάιος 2016

Crocus nivalis Bory & Chaub.

 

 

O C. nivalis είναι ένα Βαλκανικό είδος, που φύεται κυρίως σε λιβάδια και θάμνους (400 - 2800 m) στην Ελλάδα, τη Γιουγκοσλαβία, τη Βουλγαρία και την Αλβανία. Πρόκειται για ένα σχετικά μικρό γεώφυτο, εύκολα αναγνωρίσιμο από τα μοβ άνθη με τον χαρακτηριστικό κίτρινο λαιμό τους, καθώς και τα σύνανθα φύλλα που φέρουν μία τυπική, για το γένος, μεσαία λευκή γραμμή.

Η άνθιση εκτείνεται από τον Ιανουάριο μέχρι τον Φεβρουάριο, οπότε και παράγονται συνήθως 1-3 άνθη ανά άτομο. Η καρποφορία πραγματοποιείται στο τέλος της άνοιξης (συνήθως τον Μάιο) και οι παραγόμενες, ξηροχασικές κάψες φέρουν συνήθως 15 σπέρματα. Στη φύση, νεαρά αρτίβλαστα παράγονται στις αρχές του χειμώνα ενώ το είδος αναπαράγεται και αγενώς με τους βολβοκόνδυλους.

Το γένος Crocus θεωρείται από τη Μινωική εποχή ένα σημαντικό φυτικό γένος, κυρίως εξαιτίας της βαφικής και καλλωπιστικής του αξίας. Αποτελεί δε σύμβολο της ενθάρρυνσης και προάγγελος της άνοιξης, καθώς είδη του γένους, όπως ο C. nivalis, είναι από τα πρώτα φυτά που ανθίζουν στο τέλος του χειμώνα.

Ε. Σκούρτη

Απρίλιος 2016

Crocus orphei Karamplianis & Constantin.

 

 

Τοπικό ενδημικό φυτό του Φαλακρού Όρους. Το Cr. orphei φύεται σε ανοίγματα δασών Δρυός, Οξιάς και Πεύκης και σε λιβάδια της ορομεσογειακής ζώνης. Απαντάται σε τρείς υποπληθυσμούς στο όρος Φαλακρό, σευψόμετροαπό 600 έως 1500 μέτρα. Το taxon ανθίζει από τα μέσα Φεβρουαρίου έως και τα μέσα Μαΐου, ανάλογα με τη δριμύτητα των κλιματικών συνθηκών, συνήθως κατά τη περίοδο όπου λιώνουν τα χιόνια στα ορεινά λιβάδια, αλλά και το υψόμετρο. Το όμορφο αυτό γεώφυτο μπορεί να αντιμετωπίσει την απειλή της εξαφάνισηςεξαιτίας της εντοπισμένης εξάπλωσης και της κατακερματισμένης φύσης των υποπληθυσμών του, αλλά και από την έντονη συλλογή λόγω της κηποτεχνικής του αξίας.

Θ. Καραμπλιάνης

Μάρτιος 2016

Helleborus odorus Waldst. & Kit. subsp. cyclophyllus (A. Braun) Maire & Petitm.

 

 

Το φυτό Helleborus odorus subsp. cyclophyllus (ελλέβορος ο κυκλόφυλλος) είναι ένα βαλκανικό ενδημικό υποείδος του είδους Helleborus odorus (ελλέβορος ο εύοσμος). Απαντάται σε ανοιχτά δάση, θαμνώνες και λιβάδια της ορεινής κυρίως ζώνης (700-1500 μ.), στο νότιο και κεντρικό τμήμα της βαλκανικής χερσονήσου, από το όρος Ερύμανθος της Πελοποννήσου μέχρι την Αλβανία, τη νότια Βουλγαρία και τη Σερβία. Αποτελεί το μοναδικό taxon του γένους Helleborus που απαντάται στην Ελλάδα, καθώς η παρουσία ενός άλλου είδους, του Helleborus orientalis, δεν έχει επιβεβαιωθεί έως σήμερα.

Το φυτό ανθίζει νωρίς την Άνοιξη (Μάρτιος-Απρίλιος), πριν ή παράλληλα με την έκπτυξη των φύλλων βάσης, τα οποία δεν διατηρούνται κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Τα άνθη είναι μεγάλα με πολυάριθμους στήμονες και 3-6 καρπόφυλλα. Το περιάνθιο αποτελείται από 5 μέρη ωχρού κιτρινοπράσινου χρώματος που παραμένουν και μετά την καρποφορία. Εσωτερικά του περιανθίου υπάρχει μια σειρά από μελιτοφόρα φύλλα που περιέχουν νέκταρ για την προσέλκυση των επικονιαστών.

Οι ελλέβοροι είναι δηλητηριώδη φυτά που περιέχουν τοξικές ουσίες όπως η ελλεβορίνη. Στην αρχαιότητα είχαν φαρμακευτική χρήση ενώ σήμερα έχουν δημιουργηθεί πολλές ποικιλίες και υβρίδια με καλλωπιστική χρήση.

Δ. Σαμαράς

Φεβρουάριος 2016

Muscari commutatum Guss.

 

 

Πολυετές ποώδες φυτό με ωοειδή βολβό. Τα φύλλα είναι συγκεντρωμένα στη βάση του φυτού, ενώ άφυλλος βλαστός καταλήγει σε έναν πυκνό βότρυ, που αποτελείται από γόνιμα και άγονα άνθη. Φύεται σε περιοχές χαμηλών υψομέτρων, σε ανοικτές πετρώδεις θέσεις σε φρύγανα, αραιά πευκοδάση, ελαιώνες και εγκαταλελειμμένους αγρούς. Ανθίζει συνήθως από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο. Στην Ελλάδα είναι αρκετά κοινό και έχει καταγραφεί από όλες τις χλωριδικές περιοχές.

Ι. Μπαζός

Ιανουάριος 2016

Arbutus unedo L.

 

 

Η κουμαριά είναι αειθαλής θάμνος (ύψους 1,5-3 m), κοινός στη Μεσόγειο που απαντάται σε υγρές, προστατευόμενες από ανέμους περιοχές, ελαφρά και γόνιμα εδάφη, στις παρυφές δασών και σε ασβεστολιθικές περιοχές της ευμεσογειακής ζώνης βλάστησης. Φλοιός τραχύς, θαμπά καστανός, απολεπιζόμενος. Φύλλα ωοειδή ή λογχοειδή, γυμνά, γυαλιστερά και σκουροπράσινα, βραχύμισχα με πριονωτές παρυφές. Τα άνθη είναι λευκά ή με ρόδινες αποχρώσεις, κωδωνοειδή σε πυκνές, κρεμάμενες φόβες. Ο καρπός της κουμαριάς είναι σφαιρική, σαρκώδης και εδώδιμη ράγα (διαμέτρου 1,5-2,0 cm), αρχικά κιτρινοπράσινη και κατά την ωρίμανση ερυθρορόδινη, με τραχεία και κοκκώδη επιφάνεια. Σπέρματα ωοειδή, ακανόνιστα (3x1,6 mm). Ωρίμανση καρπών Οκτώβριος-Ιανουάριος.

Ε. Δασκαλάκου