Φυτό του μήνα

Οκτώβριος 2015

Abies cephalonica Loudon

 

 

Ενδημικό δένδρο της Ελλάδας που εξαπλώνεται από την Κεφαλονιά έως και την Εύβοια, την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα (βορειότερα μέχρι τον Όλυμπο και τον Άθω σχηματίζει με την Α. alba Miller το υβρίδιο A. borisii-regis Mattf). Απαντάται σε αμιγείς ή μικτές (με μαύρη πεύκη) συστάδες σε υψόμετρο (600)900-1800(1900) m, σε ορεινές και ημιορεινές πλαγιές με βαθύ, γόνιμο, χαλαρό, υγρό έδαφος, σε φλύσχη αλλά και ασβεστολιθικά εδάφη. Έχει ύψος 15-30 m, πυραμιδοειδή κόμη, γκρίζο φλοιό, είναι μόνοικο και έχει πληροκαρπία κάθε (2)3-4 έτη. Οι καρποί του είναι όρθιοι, κυλινδρικοί κώνοι, που περιβάλλονται από ρητίνη και περιέχουν ως 300 τριγωνικά σπέρματα, με αιθέρια έλαια και μεβρανώδες πτερύγιο. Η άνθιση πραγματοποιείται Μάιο-Ιούνιο και η ωρίμανση των σπερμάτων Σεπτέμβριο-Οκτώβριο. Είναι ανεμόχωρο είδος. Τα δάση της κεφαλληνιακής ελάτης συγκροτούν μοναδικό και ιδιαίτερα σημαντικό οικότοπο, με σημερινές και δυνητικές απειλές τις αυξανόμενες δασικές πυρκαγιές, τη βόσκηση, την υλοτομία, την παρατεταμένη ξηρασία, τις δευτερογενείς προσβολές από έντομα και μύκητες και την αυξανόμενη ανθρωποκεντρική δραστηριότητα στα δασοόρια (π.χ. χειμερινός τουρισμός).

Ε. Δασκαλάκου

Σεπτέμβριος 2015

Centaurea immanuelis-loewii Degen

 

 

Η Centaurea immanuelis-loewii είναι μία πολυετής πόα που αναπτύσσεται σε ξηρά πετρώδη λιβάδια, συνήθως με νότιο-νοτιοανατολικό προσανατολισμό, και πάνω σε πυριτικά κυρίως πετρώματα. Φτάνει σε ύψος τα 30-50 cm και ανθίζει τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Το είδος αυτό είναι βαλκανικό ενδημικό, και απαντά σε επτά τοποθεσίες στη Νοτιοδυτική Βουλγαρία και σε οκτώ τοποθεσίες στη Βόρεια Ελλάδα. Οι πληθυσμοί, ενώ είναι εξαιρετικά κατακερματισμένοι και στις δύο χώρες, είναι παρόλα αυτά σχετικά σταθεροί. Ανθρώπινες δραστηριότητες όπως εργασίες διάνοιξης δρόμων, καθώς και βόσκηση από αιγοπρόβατα, αποτελούν τις κυριότερες πιέσεις στο ενδιαίτημα της. Ωστόσο, η παντελής έλλειψη βόσκησης μπορεί να αποδειχθεί επιζήμια, καθώς έχει συχνά ως αποτέλεσμα τα κλειστά δασικά οικοσυστήματα να εξαπλώνονται σε βάρος των ανοιχτών οικοσυστημάτων όπως είναι τα λιβάδια. Η έκταση κατάληψης και το εύρος εξάπλωσης του είδους είναι μικρότερα από 2.000 και 20.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα αντίστοιχα. Η C. immanuelis-loewii περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Μέτρα προστασίας πρέπει να αναληφθούν, όπως η ευαισθητοποίηση του κοινού, η σήμανση και η προστασία των βιότοπων της, καθώς και η συλλογή σπερμάτων και η διατήρηση τους σε τράπεζες γενετικού υλικού ερευνητικών ιδρυμάτων και πανεπιστημίων.

Α. Καρύδας

Αύγουστος 2015

Campanula oreadum Boiss. & Heldr.

 

 

Η Campanula oreadum είναι ένα πολυετές χασμοφυτικό είδος. Είναι τοπικό ενδημικό είδος του Ολύμπου και απαντά σε σχισμές βράχων, σε υψόμετρα από 1800 έως 2900 m, ενίοτε και πιο χαμηλά, έως περίπου 1200 m, σε χαράδρες, σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Ανθίζει από τέλος Ιουνίου έως μέσα Σεπτεμβρίου. Η Campanula oreadum είναι ένα από τα 50 ελληνικά ενδημικά είδη της οικογένειας Campanulaceae, η οποία αριθμεί στην Ελλάδα συνολικά 98 είδη.

Κ. Κουτσοβούλου

Ιούλιος 2015

Centranthus sieberi Heldr.

 

 

Ο Centranthus sieberi είναι τοπικό ενδημικό είδος των μεγάλων υψομέτρων του ορεινού όγκου των Λευκών Ορέων στη Δ. Κρήτη και αποτελεί εξέχον στοιχείο της στενοενδημικής χλωρίδας που δίνει χρώμα στις δεκάδες γυμνές και άγριες κορυφές της Μαδάρας (όπως αποκαλούν οι Κρητικοί τα Λευκά Όρη). Αναπτύσσεται σε πετρώδες έδαφος, σε σάρες, σε σχισμές και στη βάση βράχων, σε υψόμετρο από 1800 έως 2300 m. Ανθίζει τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο. Χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU) στην πιο πρόσφατη (2009) έκδοση του Βιβλίου Ερυθρών Δεδομένων (Red Data Book) των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας, με τον συνολικό πληθυσμό του είδους να εκτιμάται πως αριθμεί λίγες χιλιάδες άτομα. Η μεγαλύτερη πίεση που αντιμετωπίζει το είδος είναι η βόσκηση των ανθοφόρων στελεχών από τα αιγοπρόβατα που διαβιούν ελεύθερα κατά τους θερινούς μήνες στα Λευκά Όρη.

Α. Καλτσής

Ιούνιος 2015

Allium gomphrenoides Boiss. & Heldr.

 

 

To Allium gomphrenoides είναι ένα ελκυστικό βολβόφυτο που ανθίζει Απρίλιο με αρχές Ιουνίου. Αποτελεί και αυτό ένα από τα ενδημικά είδη της χώρας μας αφού φύεται αποκλειστικά στη Νοτιοανατολική Πελοπόννησο, τα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα καθώς και σε κάποια μικρότερα νησάκια της περιοχής των Κυθήρων. Είναι ένα σχετικά ευδιάκριτο είδος που φτάνει τα 25 εκατοστά και σχηματίζει μια πυκνή ταξιανθία με ροζ έως πορφυρά άνθη. Το συναντάμε από το επίπεδο της θάλασσας ως τα 460 μέτρα σε βραχώδεις θέσεις και φρύγανα. Είναι ένα από τα είδη που επιβεβαιώνουν τη φυτογεωγραφική συγγένεια των Κυθήρων με την Πελοπόννησο ενισχύοντας την υπόθεση ότι κατά το πρόσφατο γεωλογικό παρελθόν τα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα σχημάτιζαν μια λωρίδα ξηράς που ενώνονταν με την Πελοπόννησο.

Δ. Κοντάκος