Φυτό του μήνα

Δεκέμβριος 2015

Pinus peuce Grieseb.

 

 

Το είδος Pinus peuce (βαλκανική ή πενταβέλονη πεύκη) είναι ένα ενδημικό είδος πεύκης της Νότιας Βαλκανικής χερσονήσου. Εκτός από την Ελλάδα, απαντά σε Νότια Σερβία, Μαυροβουνιο, Αλβανία, ΠΓΔΜ και Βουλγαρία, όπου σχηματίζει αμιγείς ή μικτές συστάδες με άλλα κωνοφόρα και πλατύφυλλα είδη. Στη χώρα μας συναντά το νοτιότερο σημείο της εξάπλωσής του, εμφανιζόμενο σε μεμονωμένες θέσεις των βορείων συνόρων σε Μακεδονία και Θράκη.

Αναπτύσσεται στην ορεινή ζώνη σε υψόμετρα έως 1700 m, αποφεύγοντας τα εδάφη με ασβεστολιθικό γεωλογικό υπόστρωμα. Φθάνει σε ύψος συνήθως τα 30-35 m, αλλά έχουν αναφερθεί και ύψη μεμονωμένων ατόμων που αγγίζουν τα 42 m.

Οι βελόνες του εκπτύσσονται ανά 5 σε βραχυκλάδια, τα οποία περιβάλλονται από μεμβρανώδη κολεό, σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα ελληνικά είδη πεύκης, στα οποία οι βελόνες εμφανίζονται ανά 2. Επιπλέον, το χαρακτηριστικό του κουκουνάρι, όταν ωριμάσει είναι στενά ωοειδές έως κυλινδρικό και ελαφρώς κυρτό, καθιστώντας την αναγνώριση του είδους εύκολη στο πεδίο.

Γιώργος Πουλής

Νοέμβριος 2015

Taxus baccata L.

 

 

Αειθαλές δένδρο ή θάμνος με ύψος έως 20 m. Η άνθιση λαμβάνει χώρα Μάρτιο-Απρίλιο και η ωρίμανση των σπερμάτων Σεπτέμβριο-Νοέμβριο. Απαντά σε δάση φυλλοβόλων, σε ασβεστόλιθους, σε υψόμετρα από 600 έως 1800 m, σε μικρές ομάδες ή μεμονωμένα άτομα. Απαντά σποραδικά στην ηπειρωτική χώρα, την Εύβοια και τη Θάσο. Εξαπλώνεται στη Δ. και Κ. Ευρώπη, τον Καύκασο και το Ιράν. Όλα τα μέρη του, εκτός από το σαρκώδες περίβλημα του καρπού είναι δηλητηριώδη για τα ζώα, ιδιαιτέρως τα σπέρματα.

Κατερίνα Κουτσοβούλου

Οκτώβριος 2015

Abies cephalonica Loudon

 

 

Ενδημικό δένδρο της Ελλάδας που εξαπλώνεται από την Κεφαλονιά έως και την Εύβοια, την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα (βορειότερα μέχρι τον Όλυμπο και τον Άθω σχηματίζει με την Α. alba Miller το υβρίδιο A. borisii-regis Mattf). Απαντάται σε αμιγείς ή μικτές (με μαύρη πεύκη) συστάδες σε υψόμετρο (600)900-1800(1900) m, σε ορεινές και ημιορεινές πλαγιές με βαθύ, γόνιμο, χαλαρό, υγρό έδαφος, σε φλύσχη αλλά και ασβεστολιθικά εδάφη. Έχει ύψος 15-30 m, πυραμιδοειδή κόμη, γκρίζο φλοιό, είναι μόνοικο και έχει πληροκαρπία κάθε (2)3-4 έτη. Οι καρποί του είναι όρθιοι, κυλινδρικοί κώνοι, που περιβάλλονται από ρητίνη και περιέχουν ως 300 τριγωνικά σπέρματα, με αιθέρια έλαια και μεβρανώδες πτερύγιο. Η άνθιση πραγματοποιείται Μάιο-Ιούνιο και η ωρίμανση των σπερμάτων Σεπτέμβριο-Οκτώβριο. Είναι ανεμόχωρο είδος. Τα δάση της κεφαλληνιακής ελάτης συγκροτούν μοναδικό και ιδιαίτερα σημαντικό οικότοπο, με σημερινές και δυνητικές απειλές τις αυξανόμενες δασικές πυρκαγιές, τη βόσκηση, την υλοτομία, την παρατεταμένη ξηρασία, τις δευτερογενείς προσβολές από έντομα και μύκητες και την αυξανόμενη ανθρωποκεντρική δραστηριότητα στα δασοόρια (π.χ. χειμερινός τουρισμός).

Ε. Δασκαλάκου

Σεπτέμβριος 2015

Centaurea immanuelis-loewii Degen

 

 

Η Centaurea immanuelis-loewii είναι μία πολυετής πόα που αναπτύσσεται σε ξηρά πετρώδη λιβάδια, συνήθως με νότιο-νοτιοανατολικό προσανατολισμό, και πάνω σε πυριτικά κυρίως πετρώματα. Φτάνει σε ύψος τα 30-50 cm και ανθίζει τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Το είδος αυτό είναι βαλκανικό ενδημικό, και απαντά σε επτά τοποθεσίες στη Νοτιοδυτική Βουλγαρία και σε οκτώ τοποθεσίες στη Βόρεια Ελλάδα. Οι πληθυσμοί, ενώ είναι εξαιρετικά κατακερματισμένοι και στις δύο χώρες, είναι παρόλα αυτά σχετικά σταθεροί. Ανθρώπινες δραστηριότητες όπως εργασίες διάνοιξης δρόμων, καθώς και βόσκηση από αιγοπρόβατα, αποτελούν τις κυριότερες πιέσεις στο ενδιαίτημα της. Ωστόσο, η παντελής έλλειψη βόσκησης μπορεί να αποδειχθεί επιζήμια, καθώς έχει συχνά ως αποτέλεσμα τα κλειστά δασικά οικοσυστήματα να εξαπλώνονται σε βάρος των ανοιχτών οικοσυστημάτων όπως είναι τα λιβάδια. Η έκταση κατάληψης και το εύρος εξάπλωσης του είδους είναι μικρότερα από 2.000 και 20.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα αντίστοιχα. Η C. immanuelis-loewii περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Μέτρα προστασίας πρέπει να αναληφθούν, όπως η ευαισθητοποίηση του κοινού, η σήμανση και η προστασία των βιότοπων της, καθώς και η συλλογή σπερμάτων και η διατήρηση τους σε τράπεζες γενετικού υλικού ερευνητικών ιδρυμάτων και πανεπιστημίων.

Α. Καρύδας

Αύγουστος 2015

Campanula oreadum Boiss. & Heldr.

 

 

Η Campanula oreadum είναι ένα πολυετές χασμοφυτικό είδος. Είναι τοπικό ενδημικό είδος του Ολύμπου και απαντά σε σχισμές βράχων, σε υψόμετρα από 1800 έως 2900 m, ενίοτε και πιο χαμηλά, έως περίπου 1200 m, σε χαράδρες, σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Ανθίζει από τέλος Ιουνίου έως μέσα Σεπτεμβρίου. Η Campanula oreadum είναι ένα από τα 50 ελληνικά ενδημικά είδη της οικογένειας Campanulaceae, η οποία αριθμεί στην Ελλάδα συνολικά 98 είδη.

Κ. Κουτσοβούλου