Φυτό του μήνα

Νοέμβριος 2019

Saponaria jagelii

Saponaria-jagelii

Το είδος Saponaria jagelii είναι ένα στενοενδημικό της Ελλάδας, το οποίο απαντάται σε δύο μόνο σημεία στο δυτικό τμήμα της νήσου Ελαφόνησος, ενώ έχει αναφερθεί, αλλά δεν έχει επιβεβαιωθεί έως σήμερα η ύπαρξη του και στην χερσόνησο του Μαλέα. Ανθίζει κατά τα τέλη Μαρτίου έως και τις αρχές Μαΐου, ενώ η περίοδος καρποφορίας της διαρκεί από τις αρχές Μαΐου έως και τις αρχές Ιουνίου. Φύεται αποκλειστικά σε αμμώδεις παραλιακές τοποθεσίες (αμμοθίνες) και αποτελεί τμήμα της χαρακτηριστικής φυτοκοινωνίας η οποία αναπτύσσεται σε διαταραγμένες συνθήκες κατά μήκος αμμωδών παραλιών.

Το εν λόγω είδος αξιολογήθηκε αρχικά στην πρώτη έκδοση του Βιβλίου Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας, όπου η Saponaria jagelii είχε αρχικά χαρακτηριστεί ως ένα Κινδυνεύον είδος εξαιτίας της περιορισμένης εξάπλωσης του και της ραγδαίας αύξησης της τουριστικής δραστηριότητας στην νήσο Ελαφόνησο, η οποία την δεδομένη χρονική στιγμή θεωρείτο ότι αποτελούσε άμεση απειλή για την επιβίωση του είδους και δυνητικά θα μπορούσε να οδηγήσει στην εξαφάνιση του. Στη συνέχεια, η Saponaria jagelii χαρακτηρίζεται ως ένα Κρισίμως Κινδυνεύον είδος το 1998, όπως και το 2006 σύμφωνα με την IUCN, βάσει των κριτηρίων B1ab(i,ii,iii,v)+2ab(i,ii,iii,v) της IUCN. Η Saponaria jagelii δεν υπάγεται σε κάποιο νομικό καθεστώς προστασίας. Το EOO και η ΑΟΟ της Saponaria jagelii δεν αναφέρονται στην έκθεση αναφοράς του είδους στην IUCN.

Η κυριότερη απειλή την οποία θεωρείται ότι αντιμετωπίζει το εν λόγω είδος είναι η έντονη τουριστική δραστηριότητα στις θέσεις εμφάνισης του, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Ο συνολικός της πληθυσμός αριθμεί σχεδόν 2000 άτομα, ενώ το ΕΟΟ και η ΑΟΟ της Saponaria jagelii είναι ίση με 8 km2.

Οκτώβριος 2019

Polygala helenae

Polygala-helenae

Το είδος Polygala helenae είναι ένα στενοενδημικό της Ελλάδας, το οποίο απαντάται στην νήσο Κύθηρα και είναι γνωστό από δύο θέσεις, πέριξ της ευρύτερης περιοχής του Κάλαμου. Ανθίζει κυρίως τον Απρίλιο και φύεται σε χαμηλό υψόμετρο, σε φρυγανικούς σχηματισμούς σε αμμώδες κυρίως έδαφος.

Το εν λόγω είδος αξιολογήθηκε αρχικά στην πρώτη έκδοση του Βιβλίου Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας, όπου η Polygala helenae είχε αρχικά χαρακτηριστεί ως ένα Τρωτό είδος εξαιτίας της περιορισμένης εξάπλωσης του και τον μικρό αριθμό ατόμων, ενώ την δεδομένη χρονική στιγμή δεν θεωρείτο ότι αντιμετώπιζε κάποια άμεση απειλή για την επιβίωση του. Στη συνέχεια, η Polygala helenae εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως ένα Τρωτό είδος το 1998 σύμφωνα με την IUCN, ενώ το 2006 αλλάζει καθεστώς κινδύνου εξαφάνισης και χαρακτηρίζεται πλέον ως Κρισίμως Κινδυνεύον βάσει των κριτηρίων B1ab(iii)+2ab(iii) της IUCN. Η Polygala helenae δεν υπάγεται σε κάποιο νομικό καθεστώς προστασίας.

Το EOO και η ΑΟΟ της Polygala helenae είναι ≤ 10 km2, βάσει του τυπικού 2 x 2 km κάνναβου της IUCN και το πληθυσμιακό της μέγεθος δεν ξεπερνά τα 400 άτομα.

Σεπτέμβριος 2019

Cyclamen hederifolium Aiton

Το κυκλάμινο είναι ένα μικρού ύψους, ποώδες πολυετές γεώφυτο κυρίως με καρδιόσχημα φύλλα και μακριούς μίσχους. Η ανθοφορία του ξεκινάει το φθινόπωρο και τα άνθη φέρουν χρώματα στις αποχρώσεις του ροζ. Τα φύλα εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας και ποικίλουν ως προς το σχήμα.

Το Cyclamen hederifolium αποτελεί ένα από τα πιο ευρέως εξαπλωμένα είδη στη φύση και απαντάται στη Νότια Γαλλία, στη Νότια Ελβετία, στην Ιταλία, στις περισσότερες Βαλκανικές χώρες, στην Ελλάδα, στη Δυτική και τη νοτιοδυτική Τουρκία καθώς και σε πολλά νησιά της Μεσογείου. Αναπτύσσεται υπό συνθήκες σκιάς, σε δάση και θαμώνες, σε υψόμετρο από 0 έως 1300m.

Ε. Ηλιάδου

Αύγουστος 2019

Alyssum fragillimum (Bald.) Rech. f.

DSC 8789
DSC 8831

Το Alyssum fragillimum είναι μια νανώδης πολυετής πόα που σχηματίζει τάπητες. Οι βλαστοί είναι λεπτοί, κατακείμενοι με μήκος έως 5 cm, ιδιαιτέρως διακλαδιζόμενοι που ριζοβολούν. Είναι στενότοπο ελληνικό ενδημικό είδος και απαντά μόνο στην Κρήτη και πιο συγκεκριμένα στον ορεινό όγκο των Λευκών Ορέων, σε υψόμετρα από 1500 m και πάνω. Αν και είναι τοπικό ενδημικό, έχει ευρεία εξάπλωση στα Λευκά Όρη και είναι γνωστό ότι απαντά τουλάχιστον σε 15 τοποθεσίες, ενώ σε μερικές περιπτώσεις δεν υπάρχουν διακριτοί υποπληθυσμοί αλλά σχηματίζεται μια συνεχής κατανομή. Συνολικά ο πληθυσμός του είδους εκτιμάται στα 1.500.000-3.000.000 άτομα. Κύριες πιέσεις για το είδος είναι η έντονη βόσκηση και η διάνοιξη δρόμων. Ανθίζει από Ιούλιο έως Αύγουστο. Το είδος συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλουμένων Ειδών της Ελληνικής Χλωρίδας και κατατάσσεται στην Κατηγορία Τρωτό (Vulnerable, VU) και στο Προεδρικό Διάταγμα 67/81.

Κ. Κουτσοβούλου

Ιούλιος 2019

Pinus heldreichii H. Christ

DSC 0771
DSC 0797

Το ρόμπολο, είναι ένα αειθαλές πεύκο που συνδυάζει ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν ένα μοναδικό είδος της ελληνικής χλωρίδας και φύσης. Είναι δέντρο πολύ ανθεκτικό στο ψύχος, και για το λόγο αυτό, φύεται σε αντίξοες κλιματικές συνθήκες και σε υψόμετρα από τα 1.000 έως και τα 2.500 m, εκεί που συνήθως τελειώνουν τα δάση μαύρης πεύκης και ελάτης. Σε ύψος μπορεί να φτάσει από τα 20 έως και τα 40m μέτρα, δημιουργώντας μια από τις πιο επιβλητικές εικόνες των ελληνικών βουνών, με περίμετρο κορμού πολλών μέτρων, και διάμετρο η οποία συχνά ξεπερνά τα δύο μέτρα. Έχει χαρακτηριστικό λευκό-σταχτί φλοιό, ο οποίος σε αντίθεση με τις πράσινες τούφες βελονών των κλαδιών του μήκους από 5 έως 10 εκατοστά, αποτελεί σήμα κατατεθέν της ορεινής Ελλάδας.

Το ρόμπολο σπάνια σχηματίζει αμιγές δάσος ή δασικές συστάδες, και συνήθως παρατηρείται με διάσπαρτα άτομα σε μεγάλα υψόμετρα, κάτι που το καθιστά ακόμη πιο εντυπωσιακό, καθώς ξεχωρίζει. Στην Ελλάδα έχει κατανομή στα βουνά του Ολύμπου, στο Βούρινο, στο Βέρμιο, και στη βόρεια Πίνδο. Λόγω του μεγάλου του ύψους και πολυτεούς ανάπτυξής του δημιουργεί έναν έντονα φολιδωτό φλοιό, και συχνά σχίζεται από κεραυνούς. Τον Αύγουστο του 2016, ομάδα ερευνητών δενδροχρονολόγων εντόπισε στην βόρεια Πίνδο το γηραιότερο ρόμπολο της Ευρώπης το οποίο εκτιμούν ότι φύτρωσε το 941, και έχει σήμερα ηλικία πάνω από 1.000 έτη.

Οφείλει την επιστημονική του ονομασία στον Γερμανό βοτανολόγο Theodor Heinrich Hermann von Heldreich, ο οποίος το κατέγραψε πρώτος στη βόρεια Ελλάδα το 1851. Το ξύλο του βρίσκει πολλές εφαρμογές και στην επιπλοποιία και την κατασκευή εργαλείων και σκευών. Επίσης, εξ’ αιτίας του αρωματικού του ξύλου, χρησιμοποιείται και στην βαρελοποιία για την ωρίμανση κρασιών. Κάποιοι παραδασόβιοι πληθυσμοί πιστεύουν ακόμη, πως το ρετσίνι του έχει και ιαματικές ιδιότητες.

Β. Μποντζώρλος