Φυτό του μήνα

Απρίλιος 2017

Ebenus cretica L.

 

 

Πολυδιακλαδιζόμενο χαμαίφυτο, μέγιστου ύψους 100 cm, με περιττώς πτεροειδή φύλλα, καλυμμένα από γκρίζου χρώματος τρίχωση. Τα άνθη εμφανίζονται σε πυκνούς βότρυς από τον Απρίλιο έως τις αρχές Ιουνίου, αναλόγως της θέσης και του υψομέτρου. Είναι ενδημικό της Κρήτης, κοινότατο σε κάποιες περιοχές, όπου σχηματίζει μεγάλους πληθυσμούς. Φύεται σε πετρώδεις, ασβεστολιθικές πλαγιές με φρύγανα, ακόμα και σε άκρες δρόμων, σε υψόμετρα έως και τα 1100 m. Μια πρόσφατη αναφορά του από το νησί της Ρόδου φαίνεται να αφορά τυχαία εισαγωγή.

Α. Ζήκος

Μάρτιος 2017

Arum purpureospathum P. C. Boyce

 

 

Το είδος Arum purpureospathum είναι ενδημικό της φυτογεωγραφικής περιοχής Κρήτης – Καρπάθου, γνωστό από λίγες θέσεις στα νότια του Νομού Χανίων (περιοχή Σφακίων) και την Κάρπαθο. Ο locus classicus του είδους είναι ο οικισμός της Παλαιάς Αγίας Ρουμέλης, στην έξοδο του φαραγγιού της Σαμαριάς, όπου τα φυτά αναπτύσσονται σε πετρώδεις θέσεις, αλλά και σε χαλάσματα παλιών πέτρινων κτιρίων και ξερολιθιές. Το είδος εμφανίζεται συχνά και σε σκιερές θέσεις κάτω από συστάδες με χαρουπιές, αλλά και σε ελαιώνες, σε υψόμετρο από σχεδόν την επιφάνεια της θάλασσας μέχρι 800 m (στον οικισμό του Αγίου Ιωάννη Σφακίων). Η περίοδος άνθησης είναι από τέλη Φλεβάρη μέχρι αρχές Απρίλη, αναλόγως του υψομέτρου. Το A. purpureospathum χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), σύμφωνα και με τη δεύτερη έκδοση του Βιβλίου Ερυθρών Δεδομένων (Red Data Book) της Ελληνικής Χλωρίδας, με το πληθυσμιακό μέγεθος στην Κρήτη να εκτιμάται σε 1100-1500 άτομα. Το A. purpureospathum δεν δέχεται πίεση από τη βόσκηση, καθώς τα φυτικά μέρη είναι τοξικά για τα ζώα, ωστόσο το είδος απειλείται από τα ζιζανιοκτόνα που χρησιμοποιούνται σε ελαιώνες, αλλά και από εκχερσώσεις και εκβραχισμούς εντός των οικισμών της Παλαιάς Αγ. Ρουμέλης και του Αγίου Ιωάννη.

Α. Καλτσής

Φεβρουάριος 2017

Crocus biflorus Mill. subsp. stridii (Papan. & Zacharof) B. Mathew

 

 

Ο Crocus biflorus subsp. stridii είναι ένας αρκετά σπάνιος κρόκος, ενδημικός της Ελλάδας, γνωστός μέχρι στιγμής μόνο από τους νομούς Θεσσαλονίκης και Ξάνθης. Τα αρωματικά του άνθη, χρώματος λευκού ή λιλά, με σκούρες ραβδώσεις στα τρία εξωτερικά τέπαλα, σε συνδυασμό με την σπανιότητά του, τον καθιστούν πολύ ελκυστικό για συλλέκτες, γι’ αυτό και συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων του 1995 με το χαρακτηρισμό «Τρωτό».

Το υποείδος αυτό ανθίζει μαζί με 5 έως 8 φύλλα κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο. Φύεται σε ανοιχτές χλοώδεις ή και αμμώδεις θέσεις, σε υψόμετρο από 30 έως 800 m.

Κ. Γούλα

Ιανουάριος 2017

Colchicum chimonanthum K. Perss.

 

 

Το Colchicum chimonanthum K. Perss. όπως όλα τα κολχικά είναι ένα γεώφυτο με άνθη που ξεπροβάλλουν λίγα εκατοστά πάνω από την επιφάνεια του εδάφους. Όπως υποδηλώνει και το όνομά του, ανθίζει κατά τη διάρκεια του χειμώνα, από τον Δεκέμβριο έως και τον Φεβρουάριο. Τα τέπαλά του είναι λευκά ή μπορεί να έχουν μια απαλή ρόδινη-ιώδη απόχρωση. Ανάμεσά τους, ξεπροβάλλουν οι στήμονες με τη χαρακτηριστική χρυσοκίτρινη βάση. Φύεται σε πλαγιές με χαμηλή ποώδη βλάστηση και αραιούς θαμνώνες.

Πρόκειται για ένα τοπικό ενδημικό είδος της Μακεδονίας που πρωτοπεριγράφηκε το 1999. Το 2009 περιλήφθηκε στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων όπου και χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), λόγω της περιορισμένης εξάπλωσής του. Νέες θέσεις εμφάνισης συνεχίζουν να ανακαλύπτονται εντός της γεωγραφικής του εξάπλωσης.

Γ. Πουλής

Δεκέμβριος 2016

Alnus incanca (L.) Moench supsp. incana

 

 

Φυλλοβόλο δέντρο ή συχνά θάμνος ύψους μέχρι 25 m. Το υποείδος έχει ευρεία εξάπλωση στην Ευρώπη, από τη Σκανδιναβία και τη βόρεια Ρωσία έως την κεντρική Ευρώπη και τη Βαλκανική χερσόνησο. Στην Ελλάδα η γεωγραφική του εξάπλωση περιορίζεται στη δυτική Ροδόπη, όπου απαντά σε πέντε θέσεις, σε υψόμετρο άνω των 1.000 m. Eυδοκιμεί κατά μήκος ρεμάτων σε υγρές, πλούσιες σε θρεπτικά στοιχεία θέσεις. Η περιοχή εμφάνισης του υποείδους στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρή, <2.000 km2, εξαιτίας κυρίως του εξειδικευμένου βιοτόπου που εμφανίζεται. Συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπανίων και Απειλουμένων Φυτών της Ελλάδας, στην κατηγορία ‘Σχεδόν Απειλούμενο’ κυρίως εξαιτίας της περιορισμένης εξάπλωσής του στον ελλαδικό χώρο.

Φ. Ξυστράκης